Η τεχνική αβλεψία - να μην ξεκαθαρίσω δηλαδή τις συστάσεις, απ' το αρχικό μενού του Κοσμοναύτη - με φέρνει αντιμέτωπο, για τρίτη φορά εδώ, με το φάντασμα του ναρκισσισμού. Τελικά, από άλλη οπτική, αποδεικνύεται πλεονέκτημα, καθώς μπορώ να μιλήσω με μεγαλύτερη καθαρότητα, όχι τόσο για μένα, όσο για το αντικείμενο της ενασχόλησής μου. Δε θα αναλωθώ άλλο σε λεπτομέρειες, ποιος είμαι και τι. Αυτό φαίνεται αρκετά καθαρά κι εν συντομία, στο τμήμα των Μαθηματικών. Εδώ, ωστόσο, θα αναφερθώ στην εξελικτική πορεία ενός μικρού ταλέντου, με σκοπό να αποτίσω φτωχό φόρο τιμής σε μερικές διαστάσεις της Τέχνης καθαυτής, χρησιμοποιώντας το πρόσωπό μου, μόνο σαν αφορμή.

Σταθμός 1ος - Μικρός, λάτρευα να ζωγραφίζω άλογα. Παντού και πάντα, σαν βρισκόμουν αντιμέτωπος με μια λευκή επιφάνεια, με κατέκλυζε μια επιτακτική ανάγκη να σχεδιάσω ένα άλογο. Κι ωστόσο, οι αξιολάτρευτοι ίπποι της παιδικότητας, ιππ...έκυπταν διαρκώς στη στατική ανεπάρκεια της αντίληψης: έτρεχαν με τα πίσω ή τα μπροστά πόδια ζευγαρωτά σε άρση. Η πραγματικότητα με χτύπησε κάποτε με την ισχύ μεγατόνων! Αρχικά, η δυσπιστία. Κατόπιν, ο ακατασίγαστος θαυμασμός γι' αυτήν την ασύλληπτη ομορφιά του καλπασμού, που παρέμενε τόσον καιρό κρυμμένη, μπροστά στα ίδια μου τα μάτια. Η αποκάλυψη κάποτε ωρίμασε κι έγινε ταπεινότητα: με μύησε στους περιορισμούς της ανθρώπινης αντιληπτικότητας, των αισθήσεων, αλλά και των αισθημάτων, με δίδαξε πως ο εγκέφαλος βλέπει συχνά μονάχα εκείνο που θέλει να δει κι όχι αυτό που πραγματικά είναι. Κι έπειτα, ο πλούτος της εμπειρίας: όταν η πραγματικότητα στέκεται τελικά απείρως μαγευτικότερη, από την πλάνη εκείνη που γκρεμίζει.

Σταθμός 2ος - Πολλά χρόνια μετά, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να προετοιμαστώ για τη Σχολή Καλών Τεχνών (ουδέποτε ολοκλήρωσα τις εξετάσεις). Φάση κι αυτή, που πήγαζε περισσότερο από κάποιο χρέος, παρά από ανόθευτη επιθυμία. Ήταν κι εκείνο το φροντιστήριο του Στέφου, στην Καλλιφρονά. Τα συνδυάσαμε. Μέσα σ' εκείνο το νεοκλασικό της Κυψέλης, σε δωμάτια μισοσκότεινα απ' τα ριζόχαρτα στα τζάμια, τα μολύβια και τα κάρβουνα στους τοίχους, ήρθε και με κατακεραύνωσε η δεύτερη αποκάλυψη. Τα σχέδιά μου για πολύ καιρό, δειλά και μονότονα, σέρνονταν κουρασμένα πάνω στο χαρτί. Μια γκρίζα μάζα απλωμένη αδιάφορα. Μέχρι που κατέφτασε το χέρι. Τώρα ήταν το χέρι του Στέφου, ήταν εκείνο κάποιας βοηθού, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει, πως μ' εκείνη τη δυνατή, θαρραλέα χαραγματιά στο χαρτί (μια πηχτή μαύρη γραμμή - μια απλή γραμμή δηλαδή - καταμεσίς στο σχέδιο κι ωστόσο τόσο έμπειρη τονικά και χωρικά) ξάφνου το λευκό ξεκόλλησε κι έγινε φως, ακτινοβόλησε, ξάφνου η σκιά έγινε σκιά και υποχώρησε. Μέσα σε μια στιγμή, η πρωτόγονη "τοιχογραφία" μου, έγινε ανάγλυφη και στράφηκε προς τον κόσμο, μας αντικοίταζε θαρρετά. Από τότε ο κόσμος γύρω μου έγινε ασύλληπτα πλουσιότερος. Γέννησε σκιές και όγκους, που μέχρι τότε παρέμεναν στην αφάνεια, με την σεμνότητα εκείνη που, συχνά, καλύπτονται τα πράγματα απ' την αγαρμποσύνη της αμάθητης ματιάς.

Σταθμός 3ος - Την ίδια περίοδο, που σύχναζα στου Στέφου, άκουσα το Δάσκαλο να μιλά για κάποιο βιβλίο του Καντίνσκι, το οποίο και αγόρασα με την πρώτη ευκαιρία: "Για το πνευματικό στην Τέχνη". Αν η πρώτη αποκάλυψη αφορούσε στο τι βλέπεις και η δεύτερη στο πώς το βλέπεις, παρέμεναν κι οι δύο - παρ' όλη την ομορφιά τους - σε τεχνικό επίπεδο. Ετούτη η τρίτη και τελευταία αποκάλυψη αφορούσε κάτι βαθύτερο, πως δηλαδή η τέχνη δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά σαν την καθαρή μαθηματική σκέψη δημιουργεί από μόνη της δομές, αφαιρέσεις και ενότητες. Αν την τραβήξεις στα άκρα μπορεί να γίνει μια άσπιλη αφαίρεση, απογυμνωμένη από κάθε επίκτητη μεροληψία. Στην παράλληλη αυτή πραγματικότητα, τα σχήματα γίνονται καθαρές ιδέες, δανειζόμενα κάτι απ' τον Πλατωνικό μυστικισμό ∙ όμως όχι εντελώς. Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι απαραίτητα ανώτερη. Είναι ωστόσο υπαρκτή και γητεύει τον καλλιτέχνη, με το κάλεσμά της. Τέλος πάντων, η ανάγνωση αυτή έγινε πολύ καθυστερημένα - πάνω από δεκαπέντε χρόνια, μετά την αγορά του βιβλίου - και με "υποχρέωσε" να αντικρύζω, από τότε, με διαφορετική ματιά όλη εκείνη την καλλιτεχνική παραγωγή, που τσουβάλιαζα συλλήβδην κάτω από την ταμπελίτσα "μοντέρνα τέχνη", σαν ανόητες ή ανούσιες ασκήσεις ύφους και ναρκισσιστικής αμπελοκαλλιτεχνίας.

Εδώ, οφείλω να κλείσω, γιατί ήδη μακρυγόρησα. Ο ίδιος, εξασκώ κυρίως την τεχνική και σε καμία περίπτωση την τέχνη του σκίτσου, καθώς η ενασχόλησή μου με αυτό έχει απολέσει - ήδη από καιρό - τη ζωντάνια μια αυθόρμητης αναζήτησης και έκφρασης. Έχει απομείνει μια καθαρά λειτουργική ικανότητα - όχι ταλέντο, φυσικά - η οποία υπηρετεί τις τρέχουσες ανάγκες μου: ένα σκιτσάκι εδώ, μια εικονογράφηση παραδίπλα. Στο πλαίσιο αυτό, η Τέχνη παραμένει διαρκώς υφέρπουσα. Κι άμποτε βρει διέξοδο - σε μια στιγμή αδυναμίας, όπου οι δομές της καθημερινής ξηρότητας, επιτρέψουν μια στάλλα υγρασίας - ίσως με κάνει ξανά ευτυχισμένο με την παιδική εκείνη αμεσότητα, την οποία ούτε καν σαν όνειρο δε μπορώ πλέον να ανακαλέσω.